Η αποχή από τις εκλογές, η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και η ενίσχυση αντισυστημικών κινημάτων δείχνουν ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για τις σύγχρονες δημοκρατίες δεν είναι μόνο η διακυβέρνηση, αλλά η αποκατάσταση της σχέσης ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτική.
Η αυξανόμενη αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες, η διάχυτη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και η ενίσχυση αντισυστημικών πολιτικών σχηματισμών αποτελούν ενδείξεις μιας βαθύτερης μεταβολής που συντελείται στις σύγχρονες δημοκρατίες, καθώς το κυριότερο διακύβευμα δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στην αποτελεσματική διακυβέρνηση ή στη διαχείριση των διαρκώς μεταβαλλόμενων οικονομικών και γεωπολιτικών συνθηκών, αλλά επεκτείνεται στην ανάγκη αποκατάστασης της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και το πολιτικό σύστημα, μια σχέση η οποία τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται ολοένα και περισσότερο από την αίσθηση ότι η πολιτική αδυνατεί να αφουγκραστεί τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Σε πολλές δημοκρατίες του κόσμου, ανεξαρτήτως επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης ή πολιτικής παράδοσης, γίνεται εμφανές ότι οι πολίτες εξακολουθούν να ενδιαφέρονται έντονα για ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητά τους, όπως η ακρίβεια, η απασχόληση, η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, η ποιότητα της εκπαίδευσης, η κλιματική αλλαγή και η δημόσια ασφάλεια, ωστόσο ολοένα και περισσότεροι αισθάνονται ότι οι πολιτικοί θεσμοί δεν ανταποκρίνονται με επάρκεια στις προσδοκίες τους, γεγονός που καλλιεργεί ένα αίσθημα απογοήτευσης, αποστασιοποίησης και πολιτικής αδιαφορίας, το οποίο συχνά εκφράζεται είτε μέσω της αποχής είτε μέσω της στήριξης πολιτικών επιλογών που υπόσχονται ριζικές ανατροπές.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από πλήθος διεθνών ερευνών σχετικά με την εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς, οι οποίες καταγράφουν σταθερά ότι οι πολίτες επιθυμούν μεγαλύτερη διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων, ουσιαστικότερη λογοδοσία των κυβερνήσεων, αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων και, κυρίως, περισσότερες δυνατότητες συμμετοχής στη δημόσια ζωή, ώστε να μην αισθάνονται ότι η πολιτική εξαντλείται αποκλειστικά στην εκλογική διαδικασία, αλλά ότι αποτελεί μια διαρκή σχέση διαλόγου και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην κοινωνία και τους εκπροσώπους της.
Παράλληλα, η κρίση εμπιστοσύνης δεν αφορά αποκλειστικά τα πολιτικά κόμματα ή τις εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλά επεκτείνεται συνολικά στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος, καθώς η έντονη πολιτική πόλωση, η ταχεία διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών μέσω των ψηφιακών μέσων και η συνεχής πίεση για άμεσες και απλουστευμένες απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα δημιουργούν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο ουσιαστικός πολιτικός διάλογος υποχωρεί, αφήνοντας χώρο σε συνθήματα, εντυπώσεις και συγκρουσιακές αντιπαραθέσεις που δυσχεραίνουν την οικοδόμηση κοινωνικής συναίνεσης.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, ωστόσο, η δημοκρατία δεν βρίσκεται μπροστά σε ένα αναπόφευκτο αδιέξοδο, καθώς σε πολλές χώρες αναπτύσσονται νέες μορφές ενεργού συμμετοχής των πολιτών, από τις ψηφιακές εκστρατείες ενημέρωσης και τις διαδικτυακές διαβουλεύσεις μέχρι τις τοπικές πρωτοβουλίες, τα κινήματα βάσης και τις συλλογικές δράσεις που αποδεικνύουν ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να επιθυμεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών, αρκεί να διαπιστώνει ότι η φωνή του λαμβάνεται υπόψη και μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τις αποφάσεις.
Το μεγάλο στοίχημα για τη δημοκρατία του μέλλοντος, επομένως, δεν είναι απλώς να ενθαρρύνει τους πολίτες να συμμετέχουν περισσότερο στις εκλογές ή στις δημόσιες διαδικασίες, αλλά να δημιουργήσει εκείνες τις θεσμικές, κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις που θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της πολιτικής, θα ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία και θα καλλιεργήσουν την πεποίθηση ότι κάθε μορφή συμμετοχής μπορεί να παράγει απτά αποτελέσματα, συμβάλλοντας έτσι στην αναζωογόνηση της δημοκρατικής ζωής και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς.








